Ondjaki: Ένας ανήσυχος πολεμιστής από τη μαγική Αγκόλα

Ondjaki είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του συγγραφέα Ndalu de Almeida από την Αγκόλα. Τον συναντήσαμε στο πλαίσιο του 10ου Ιβηροαμερικανικού Φεστιβάλ Λογοτεχνίας Εν Αθήναις – ΛΕΑ και μοιράστηκε μαζί μας τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τη ζωή, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα… Μας μίλησε για τη δική του Αφρική αλλά και τη δική του Ελλάδα, όπως τη γνώρισε μικρός μέσα από τον Καζαντζάκη. Για την παραμυθού γιαγιά του με τα 19 δάχτυλα, για τον κύριο Περικλή και για νεκρούς που ξυπνάνε στην κηδεία τους.

Γεννημένος στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, το 1977, έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο το 2000 με τη συλλογή ποιημάτων Actu Sanguíneu. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, συλλογές ποιημάτων, αλλά και παιδικά βιβλία, που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Η δημιουργική του ορμή διοχετεύεται κατά καιρούς και σε χώρους πέρα από τη συγγραφή. Είναι δημιουργός του ντοκιμαντέρ Hope the Pitanga cherries grow, που μιλάει για την αγαπημένη του και κυρίαρχη σε όλο του το έργο, Λουάντα, την πρωτεύουσα της Αγκόλα, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Το 2001 εξέδωσε το μυθιστόρημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία Bom dia camaradas, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά με τον τίτλο Καλημέρα, σύντροφοι (μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, Εκδόσεις Αιώρα, 2018). Πρόκειται για την ιστορία μια παρέας εφήβων που μέσα στη δίνη ενός αιματηρού εμφυλίου ζουν τη δική τους υπέροχη παιδική ηλικία και συντροφικότητα.

Το 2008 του απονεμήθηκε το βραβείο Grinzane Cavour για την Αφρική, στην κατηγορία του Καλύτερου Νέου Συγγραφέα. To 2013 κέρδισε το βραβείο José Saramago για το μυθιστόρημά του Os transparentes (Transparent City), πορτρέτο της σύγχρονης Λουάντα. Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πέντε σημαντικότερους Αφρικανούς συγγραφείς, ενώ είναι ένας από τους 39 συγγραφείς κάτω των 40 από την υποσαχάρια Αφρική που επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο πρότζεκτ Africa39 του Hay Festival το 2014.

Η μαγική πραγματικότητα της Αγκόλα

“Η γιαγιά μου είναι τώρα 102 ετών. Ζει ακόμα. Τη φωνάζουμε «γιαγιά Δεκαεννιά» γιατί έχει χάσει ένα δάχτυλο ποδιού. Έτσι, συνολικά, αντί για είκοσι δάχτυλα, έχει μόνο δεκαεννιά. Ένα βιβλίο μου μιλά γι’ αυτήν, το AvóDezanove e o segredo do soviético (Granma Nineteen and the Soviet’s Secrets, 2014). Έχω την τάση να ανακατεύω ιστορίες από την πόλη και την οικογένειά μου με τη λογοτεχνία, φτιάχνοντας έτσι άλλες, νέες ιστορίες. Η γιαγιά μου είναι σπουδαία αφηγήτρια ιστοριών. Δεν γράφει. Απλώς αφηγείται ιστορίες. Για δύο-δυόμισι χρόνια, όταν ήμουν δεκατριών-δεκατεσσάρων ζούσαμε στο ίδιο δωμάτιο, κοιμόμασταν στο ίδιο κρεβάτι. Κάθε βράδυ, μέναμε ξύπνιοι ως τις 2-3, μιλώντας συνεχώς. Όταν διάβασα το «100 χρόνια μοναξιάς» του Γκαρσία Μάρκες… Αυτά τα πράγματα μού τα ‘χε ήδη πει η γιαγιά μου, με άλλο τρόπο. Με άλλη δομή, μια άλλη πραγματικότητα. Ήταν πολύ σημαντικό που βρήκα τη γιαγιά μου μέσα στο έργο του Γκαρσία Μάρκες. Κι αυτή είναι βασικά η γνώση μου για τη δομή του χρόνου και του χώρου σ’ ένα βιβλίο και το πώς πρέπει να χαλαρώνεις τις διαστάσεις αυτές όταν θέλεις να γράψεις.»

«Πιστεύω πως υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσεις τη μνήμη και την Ιστορία. Πάντα συνδέονται, φυσικά. Όμως, μερικές φορές, σε κάποιες κουλτούρες, η πραγματική ζωή κι η πραγματική Ιστορία είναι κάπως διαχωρισμένες π.χ. από τη φαντασία. Στην Αγκόλα, τείνουμε να τα ανακατεύουμε. Φαντασία και ζωή, μνήμη, Ιστορία, παρελθόν και παρόν. Είναι ένας ενδιαφέρων τρόπος να κάνεις πράγματα. Όχι μόνο λογοτεχνία. Η λογοτεχνία μας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην Ιστορία, τους πολέμους, το παρελθόν, όπως σε κάθε άλλη χώρα… Μα η γραμμή που διαχωρίζει φαντασία και πραγματικότητα είναι πολύ λεπτή στην Αγκόλα. Όταν γράφεις, δεν γράφεις απλώς ένα βιβλίο. Γράφεις τις αναμνήσεις σου. Και πιστεύω πως έχεις το δικαίωμα να το κάνεις. Όποιος θέλει να ξαναγράψει τις αναμνήσεις του, είναι κάτι ωραίο. Κάποιος είπε ότι στην Αγκόλα δεν έχουμε μαγικό ρεαλισμό, αλλά πραγματικό ρεαλισμό ή μαγική πραγματικότητα. Αυτά που συμβαίνουν στην Αγκόλα, στην καθημερινή μας ζωή είναι τόσο εκπληκτικά και τόσο δυνατά που, μερικές φορές, όταν γράφεις πρέπει να βάλεις λιγότερα στα βιβλία σου. Αν τα βάλεις ακριβώς όπως συνέβησαν δε σε πιστεύει κανείς. Η πραγματικότητά μας βρίσκεται στο σύνορο με τη φαντασία. Ό,τι γράφεις, πιστεύοντας ότι γράφεις μια ωραία, πολύ δυνατή ιστορία, κάποια μέρα, σε μια βδομάδα, σ’ έναν μήνα θα συμβεί κάτι στην Αγκόλα πιο απίστευτο από την ιστορία που έγραψες.

Όταν πηγαίνει κάποιος στην Αγκόλα συνήθως ρωτώ: «Έχετε χρόνο να πάτε σ’ έναν γάμο και σε μια κηδεία;» Πιστεύω πως πρέπει να τα δουν και τα δύο. Αυτές οι δύο στιγμές, οι γάμοι και οι κηδείες είναι πολύ καλές ενδείξεις για κάθε κουλτούρα, σε κάθε μέρος. Ακόμα κι εδώ ή στη Σουηδία. Μα, αν έχετε χρόνο να πάτε μόνο σε ένα θα συνιστούσα να πάτε σε μια κηδεία.

Θα σας πω μια ιστορία, μα κανείς δε θα το πιστέψει… Σε μια κηδεία συγκεκριμένα, μείναμε εκεί όλη νύχτα μιλώντας. Εγώ έφυγα κατά τις έξι το πρωί ή κάτι τέτοιο. Μου είπαν ότι ο νεκρός είχε βαρεθεί να είναι νεκρός. Έτσι, ξύπνησε, γύρισε πίσω. Όλοι είπαν, «Τι κάνεις;» Κι αυτός είπε… «Είναι πολύ νωρίς. Βαρέθηκα να είμαι νεκρός.» Το είπαν στις ειδήσεις. «Βαρέθηκε να είναι νεκρός». Δεν ήθελε να ‘ναι νεκρός. Ήταν πολύ… «Πολύ ασάλευτα», είπε, «δεν μπορώ να κουνηθώ ή να χορέψω». Θα λέγατε ότι αυτό είναι φαντασία. Δεν ξέρω. Δεν ήμουν εκεί. Έφυγα στις έξι. Αυτό συνέβη στις οχτώ. Δυστυχώς δεν ήμουν εκεί. Μπορεί να συνέβη; Ναι, μπορεί. Λίγο καιρό αργότερα, του πήρα συνέντευξη. Επειδή όμως τον γνώρισα όταν του πήρα τη συνέντευξη – δεν τον είχα γνωρίσει ως νεκρό -, δεν ξέρω αν ήταν όντως νεκρός. Ήταν μάλλον ζωντανός όταν μιλήσαμε! Μιλούσε, πίναμε… Περάσαμε μια νύχτα πίνοντας, απ’ τις 7 το βράδυ ως την επόμενη μέρα. Και ήταν ζωντανός εκείνη τη νύχτα. Και μου είπε αυτή την εκπληκτική ιστορία. Κι εγώ έγραψα ένα βιβλίο γι’ αυτήν. Τη μπερδεμένη ιστορία του λόγου που γύρισε. Ότι βρέθηκε εκεί, μίλησε με τον Θεό και με τον Διάβολο κι όλα αυτά. Και επειδή κανείς δεν τον έθαβε, έπρεπε να γυρίσει, να λύσει ο ίδιος το πρόβλημα. Είχε δύο συζύγους και συζητούσαν ποια θα τον έθαβε. Το σώμα του πήγαινε απ’ το ένα σπίτι στο άλλο… Το συνέλαβαν, παρουσιάστηκε σ’ έναν δικαστή… Εκεί πάνω, είπαν ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω και να φροντίσει ο ίδιος για την κηδεία του. Έτσι μου είπε. «Γύρισα για να φροντίσω την κηδεία μου. Μα τώρα δεν θέλω να πεθάνω.» Είναι μια πολύ δυνατή πραγματικότητα. Όχι μόνο αυτά τα επεισόδια, που θα τα λέγαμε τα πιο μαγικά. Όχι, είναι χαρακτηριστικό της καθημερινής ζωής, πιστεύω. Είναι πολύ δυνατή.»

Οι διαφορετικές πραγματικότητες της Αφρικής

«Η αληθινή Αφρική είναι πολύ διαφορετική απ’ τις εικόνες που έχουμε γι’ αυτήν… Είναι όπως όταν ο κόσμος σκέφτεται τη Βραζιλία. Όλοι έχουν μία, δύο ή τρεις εικόνες. Το ποδόσφαιρο, τη θάλασσα και το Καρναβάλι, σωστά; Κι η Βραζιλία είναι μια χώρα σε μια ήπειρο. Έχει ποικιλία. Τι να πούμε για την Αφρική που είναι μια ολόκληρη ήπειρος, με πάνω από 53 χώρες, διαφορετικές εθνοτικές ομάδες και θρησκείες; Άρα ναι, μάλλον δεν είναι όπως τη φαντάζεται ο κόσμος. Η Αγκόλα βρίσκεται στο νότιο τμήμα της ηπείρου, κοντά στη Ναμίμπια, τη Νότια Αφρική και το Κογκό. Οι τρεις αυτές πραγματικότητες διαφέρουν πάρα πολύ. Αγκόλα, Κογκό και Ναμίμπια. Τρεις γλώσσες. Στο Κογκό μιλούν κυρίως γαλλικά… Στη Ναμίμπια κυρίως αγγλικά και στην Αγκόλα κυρίως πορτογαλικά. Γείτονες, με διαφορετικές προσεγγίσεις και πολιτιστικό υπόβαθρο.»

«Αν φανταστείτε μια πόλη, τη Λουάντα, μη φανταστείτε δέντρα, λιοντάρια κι ελέφαντες. Φανταστείτε απλώς μια πόλη. Μένω εδώ, στο κέντρο της Αθήνας, αρκετά κοντά στην Ακρόπολη κι η γειτονιά αυτή μοιάζει πάρα πολύ με κάποια στη Λουάντα. Όχι η ίδια η Ακρόπολη, μα το περιβάλλον, τα κτίρια… Το είδος των γκραφίτι και των σκουπιδιών στον δρόμο… Τα ίδια θα βλέπατε και στη Νάπολη της Ιταλίας, ή στη Λουάντα. Όχι στη Σουηδία, εκεί έχουν διαφορετικό στυλ. Αλλά μοιάζει. Είναι πιο πολύ οι πολιτισμικές κι οι ανθρώπινες διαφορές. Μερικές φορές, με ρωτούν «Μπορώ να επισκεφτώ το δάσος;» Λέω: «Ναι, μπορείτε. Έχουμε δάσος στο βόρειο τμήμα της χώρας και μπορείτε να πάτε. Όμως στη Λουάντα, την πρωτεύουσα, δεν θα βρείτε δάσος.» «Μπορώ να βρω ζώα;» Ναι, μπορείτε να βρείτε ζώα… Όπως και σ’ άλλες χώρες, συναντιόνται καθημερινά στη Βουλή… Εκεί θα βρείτε ζώα! Μπορείτε να τα βρείτε στη Γερμανία, όπως γνωρίζετε καλά, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Αγκόλα, στη Βραζιλία… Εκεί βρίσκονται τα ζώα στην πόλη. Συγκεντρώνονται στη Βουλή σχεδόν καθημερινά. Μα τα άλλα ζώα πρέπει να τα αναζητήσετε στα νότια της χώρας.

Η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι όντως μαύροι, όπως φαντάζεται ο κόσμος, μα εξαρτάται απ’ το για ποια χώρα της Αφρικής μιλάμε. Αν μιλάμε για την Αίγυπτο, η πλειοψηφία δεν είναι μαύροι. Αν μιλάμε για την Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη, τη Νότια Αφρική, το Κογκό, τη Γουινέα-Μπισάου, τη Σενεγάλη, ναι. Αν μιλάμε για την Τυνησία ή το Μαρόκο, είναι διαφορετικά. Η Μαδαγασκάρη διαφέρει απ’ το Κογκό και ούτω καθεξής. Είναι μια πολύ πλατιά ήπειρος με μεγάλη ποικιλία. Έχουμε αυτό το θέμα, ότι ο κόσμος βλέπει την Αφρική σαν μία χώρα… ενώ προφανώς δεν είναι μία χώρα. Ακόμα και μέσα στη Αγκόλα, έχουμε διαφορετικές «Αγκόλες». Αυτό πρέπει να κρατάμε στο μυαλό μας.

Όταν κοιτάζω την Ελλάδα στον χάρτη, όχι μόνο στο ιστορικό παρελθόν, μα και σήμερα, όπως ξέρετε, υπάρχουν διαφορές. Αλλιώς είναι στην Αθήνα κι αλλιώς στη Ζάκυνθο. Διαφορές προσέγγισης, ιστορικές, πολιτιστικές… Το ίδιο ισχύει παντού. Η Αγκόλα δεν είναι μικρή, όπως το Λουξεμβούργο ή η Πορτογαλία. Ούτε μεγάλη όπως η Βραζιλία, μα έχει περιθώριο για ποικιλία.»

Όλα είναι συγγραφή

«Κοινωνιολογία, θέατρο, ζωγραφική, συγγραφή, δημιουργία ντοκιμαντέρ… Όλα αυτά είναι απλώς συγγραφή. Εγώ απλώς γράφω. Στ’ αλήθεια, όταν κάνω θέατρο… Όταν ζωγράφιζα, γιατί δεν ζωγραφίζω πια… Τώρα αρχίζω να δουλεύω με το ξύλο. Γλυπτική σε ελεύθερο στυλ… Πιστεύω ότι κι αυτό είναι συγγραφή. Όλα αυτά επιστρέφουν σ’ ένα πράγμα: Στο γράψιμο σύντομων ιστοριών ή ποιημάτων. Όταν γράφω ένα μεγάλο βιβλίο, όπως το «Καλημέρα, σύντροφοι», που μεταφράστηκε στα ελληνικά, είναι επειδή δεν μπόρεσα να γράψω μια σύντομη ιστορία.

Σπούδασα πράγματι κοινωνιολογία… μα δεν ξέρω τίποτα σχετικά μ’ αυτήν. Γιατί, όταν σπούδαζα κοινωνιολογία, αντί να προσέχω, έγραφα φανταστικές ιστορίες. Τελείωσα τη σχολή, μα δεν ξέρω τίποτα από κοινωνιολογία. Απλώς υποκρινόμουν. Αυτό άλλαξε λίγο, κατά κάποιον τρόπο… αλλά μάλλον το συγκείμενο, παρά η κοινωνιολογία. Το τι μας κάνει αυτό που είμαστε είναι συνιστώσα του πού μεγαλώσαμε, και της οικογένειας, η οποία μετρά πολύ. Τα περισσότερα πράγματα που τείνω να βλέπω, ν’ αντιλαμβάνομαι και να συζητώ, πιστεύω ότι προέρχονται απ’ τη μητέρα μου. Πρόσεχε τους πάντες. Αυτό είναι κάτι πολύ δυνατό στην οικογένειά μου. Βλέπουμε τους άλλους, όχι μόνο τον εαυτό μας. Ίσως παραείναι δυνατό, μα είν’ ενδιαφέρον. Να αναζητάς τους άλλους, να τους βλέπεις. Ως οικογένεια, πόλη, ανθρώπους… Δεν πρέπει να μένεις μόνο στον εαυτό σου, μόνο μέσα σου. Κι όταν είσαι καλλιτέχνης, συγγραφέας, γλύπτης ή ό,τι άλλο, έχεις την τάση να μένεις στο μέσα σου. Κι αυτό μερικές φορές είναι επικίνδυνο. Δεν πρέπει να μένεις εκεί. Πρέπει να βγαίνεις.»

Ο πολεμιστής και η φωτιά

«Τι σημαίνει «Οντζάκι»; Είναι μια λέξη στα Ουμπούντου… μια ακόμα γλώσσα που μιλούν στο νότιο τμήμα της Αγκόλα. «Οντζάκι» σημαίνει «Ανήσυχος»… «Πολεμιστής» μερικές φορές. Σημαίνει «Αυτός που αντιμετωπίζει προκλήσεις». Έτσι μου είπαν. Κι επρόκειτο να με ονομάσουν «Οντζάκι». Μα, λίγες μέρες πριν γεννηθώ, η μητέρα μου άλλαξε γνώμη… και μου έδωσε άλλο όνομα. Με ονόμασε «Ν’ντάλου». Σημαίνει «Φωτιά». Έτσι, πάντα περιβάλλομαι από όχι και τόσο ήσυχα πράγματα. Όταν άρχισα να γράφω – είναι πολύ σύνηθες στην Αγκόλα, κανείς δε γράφει με το αληθινό του όνομα – με ρώτησαν τι όνομα θα χρησιμοποιήσω και θυμήθηκα το «Οντζάκι». Και το είπα. Ήταν φυσική η απόφασή μου. Επέστρεψα σ’ ένα όνομα που θα ‘πρεπε να ‘ναι δικό μου, μα η μητέρα μου άλλαξε γνώμη. Τώρα, επέστρεψα σ’ αυτό τ’ όνομα. Είναι πολύ καλό. Και, τις Κυριακές, ή τα Σάββατα, παίρνω «άδεια» κι επιστρέφω στην οικογένειά μου. Είναι πολύ καλό να είσαι κάποιος άλλος μερικές φορές!»

Επιστρέφοντας στον Καζαντζάκη

«Στην Ελλάδα ως συγγραφέας έρχομαι για πρώτη φορά. Είχα έρθει όμως πολύ πρόσφατα, τον Μάιο, ως επισκέπτης. Όχι στην Αθήνα, όμως. Πήγα στην Κεφαλλονιά και στη Ζάκυνθο, έμεινα λίγο εκεί. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να είμαι εδώ, για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι, όταν ήμουν δεκαπέντε-δεκαέξι ετών ένας θείος μου – δεν θα το περιμένατε!-  στην Αγκόλα μου έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσω. Μου είχε δώσει πολλά βιβλία, μα αυτό ήταν του Νίκου Καζαντζάκη. «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Έμαθα, εντυπωσιάστηκα, μου άρεσε πολύ η ιστορία. Όπου πάω, μιλώ συνεχώς για τον Καζαντζάκη. Πολλοί δεν τον γνωρίζουν, όχι εδώ, σε άλλα μέρη. Ο άλλος λόγος είναι ότι, όταν ο πατέρας μου ήταν νέος, τη δεκαετία του ’60, σπουδαστής στη Γερμανία, ο καλύτερός του φίλος ήταν ένας κύριος ονόματι Περικλής. Από εδώ. Είναι ακόμα εδώ, θα τον συναντήσω. Μου αρέσουν πολύ αυτές οι επιστροφές. Επιστρέφω στον Καζαντζάκη και στον Περικλή, κατά έναν τρόπο.

Και τώρα εκδίδεται στα ελληνικά το βιβλίο μου! Είναι θαυμάσιο. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 2000-2001. Σε δεκαοχτώ χρόνια, στα ελληνικά. Είναι πολύ λίγος καιρός. Είναι πολύ καλό. Όχι μόνο το δικό μου. Όποιο βιβλίο απ’ την Αγκόλα μεταφράζεται… είναι ενδιαφέρον για μένα. Είν’ ένας τρόπος να ταξιδεύεις στην κουλτούρα, μέσα απ’ το βιβλίο. Μπορείτε να το διαβάσετε και, στο τέλος, να πείτε «Τώρα ξέρω κάτι παραπάνω για την Αγκόλα απ’ ό,τι πριν.» Όπως εγώ ήξερα λίγο για την Ελλάδα. Η πραγματικότητα του Καζαντζάκη διαφέρει λίγο, μα ήταν ενδιαφέρον.»

«Πιστεύω ότι τα βιβλία κάτι χάνουν και κάτι κερδίζουν όταν μεταφράζονται. Πιστεύω πως είναι θέμα τύχης, να έχεις καλό μεταφραστή. Λέγοντας «καλό μεταφραστή», εννοώ «καλό συγγραφέα». Ένας καλός μεταφραστής είναι αναγκαστικά καλός συγγραφέας. Ξαναγράφει. Το βιβλίο είναι δικό σου, μα αυτός ή αυτή το ξαναγράφει. Άρα, θεωρώ μεγάλη πρόκληση τη μετάφραση. Πιστεύω, και θέλω να το τονίσω αυτό, πως είναι μια απ’ τις πιο υποτιμημένες δουλειές στον κόσμο. Πιστεύω πως ένας καλός μεταφραστής θα πρέπει να αμείβεται, από πλευράς χρημάτων, όσο ένας γιατρός-χειρουργός ή κάτι παρόμοιο. Είναι πολύ δύσκολη, πολύ λεπτή, πολύ σημαντική η δουλειά που κάνουν. Όσο σημαντική είναι και μία χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο. Βρίσκω παράξενο το ότι εμείς, ως κοινωνία συνεχώς τους υποτιμούμε, τους πληρώνουμε ελάχιστα. Πράγματι, οι περισσότερες μεταφράσεις γίνονται σε όλον τον κόσμο, επειδή οι μεταφραστές είναι άνθρωποι που ενδιαφέρονται να φέρουν βιβλία άλλων στη δική τους κουλτούρα. Όχι για τα χρήματα. Κάποιοι μετά βίας επιβιώνουν και όλοι σχεδόν κάνουν κι άλλα πράγματα.»

Το βασανιστικό φάντασμα της αρχικής ιδέας 

«Αν έπρεπε να διαλέξω τρία βιβλία μου… θα διάλεγα μονάχα ένα. Αυτό που σας έλεγα. «Η γιαγιά Δεκαεννιά και το σοβιετικό μυστικό». Αγαπώ αυτό το βιβλίο, γιατί ήταν μεγάλη έκπληξη για μένα. Νόμιζα πάλι ότι έγραφα μια σύντομη ιστορία. Μεγάλωσε και διάφοροι χαρακτήρες ζητούσαν να μπουν σ’ αυτό. Τους έβαλα και κατέληξα με μια ιστορία. Ήμουν πολύ ευχαριστημένος και γαλήνιος με το αποτέλεσμα. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί. Με κανένα άλλο βιβλίο. Δύσκολα μένω ικανοποιημένος όταν βγαίνει η δουλειά μου. Είναι ότι το φαντάζομαι καλύτερα απ’ ό,τι το γράφω. Εσείς ίσως το βρίσκετε καλό ή ενδιαφέρον, μα εγώ ξέρω ότι το είχα φανταστεί αλλιώς. Είμαι καταδικασμένος να έχω την αρχική μορφή στο μυαλό μου. Εντάξει, όμως, όλοι έχουμε τον εσωτερικό μας κόσμο και τα φαντάσματά μας. Το βιβλίο είναι απλώς βιβλίο».


  • Συνέντευξη: Δάφνη Σκαλιώνη
  • Σκηνοθεσία: Ευγενία Γιαννακοπούλου
  • Post Production: Κώστας Μαντάς
  • Διεύθυνση Παραγωγής: Παναγιώτης Καραντίας

*Ευχαριστούμε τις φιλόξενες εκδόσεις Γαβριηλίδη για την παραχώρηση του χώρου όπου πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη

Μοιράσου το άρθρο: