Μία συζήτηση με τη συγγραφέα Hanya Yanagihara

Τη συγγραφέα Hanya Yanagihara υποδέχθηκε στην Αθήνα το ελληνικό κοινό τη Δευτέρα 4 Ιουνίου, στο πλαίσιο της διοργάνωσης Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του δήμου Αθηναίων.

Το νέο αστέρι της σύγχρονης αμερικάνικης λογοτεχνίας μοιράστηκε τις λέξεις και τις σκέψεις της για τη λογοτεχνία, τη ζωή και την έμπνευση με τον συγγραφέα Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, με ταυτόχρονη διερμηνεία από τα αγγλικά στα ελληνικά και απόδοση στη νοηματική.

 

 

H συγγραφέας μίλησε για το μυθιστόρημά της «Λίγη Ζωή», παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο που την εγκαθίδρυσε στην ελίτ των σύγχρονων Αμερικανών συγγραφέων και την τοποθέτησε ανάμεσα στους φιναλίστ για τις σημαντικότερες διακρίσεις (National Book Award, Man Booker Prize). Πρόκειται για το χρονικό ενηλικίωσης τεσσάρων φίλων, ο ένας εκ των οποίων, καταξιωμένος δικηγόρος της Νέας Υόρκης πλέον, υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης όταν ήταν παιδί.

«Δεν το σκέφτηκα ποτέ σαν αλληγορία καλού και κακού. Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να το βλέπει κανείς έτσι, όμως για μένα το θέμα του βιβλίου έχει να κάνει με το τραύμα. Πώς το τραύμα σε οδηγεί στο να επαναλαμβάνεις το παρελθόν σου ξανά και ξανά. Πώς ζει ένας άνθρωπος με τραύμα, που δεν το αφήνει ποτέ πίσω του… Όλα τα βιβλία αφορούν τον τρόπο με τον όποιον απαντούμε στη μνήμη του παρελθόντος. Πώς μια χώρα, μια κοινωνία ή ένας άνθρωπος παλεύει με την ιστορία του. Προσπαθώντας ή να την αποδεχτεί ή να την ξεχάσει. Άλλωστε είναι η αναπόδραστη ιστορία των σχέσεών μας που μας διαμορφώνει σαν ανθρώπους.»

Πώς σχετίζεται όμως το τραύμα με την αυτοτιμωρία, τον εθισμό και εν τέλει την κατάκτηση της αυτονομίας; «Όταν είσαι παιδί και δεν έχεις αυτό που χρειάζεσαι, φροντίζεις να βρεις έναν τρόπο, για να παρηγορήσεις τον εαυτό σου – ακόμα κι αν ο τρόπος είναι φρικτός. Στο βιβλίο ο ήρωας αυτοτραυματίζεται με ξυραφάκια. Είναι κι αυτό ένα είδος εξάρτησης. Και η εξάρτηση για πολλούς, πέρα από μια ασθένεια, είναι και μια δήλωση ιδιοκτησίας: το σώμα είναι δικό μου και μπορώ να το κάνω ότι θέλω και έχω το δικαίωμα να το καταστρέψω. Είναι ίσως μια αντίδραση του σώματος στην κακοποίηση, μια αυτοτιμωρία που δεν εκφράζεται με λόγια αλλά με πράξεις. Όλα έχουν να κάνουν με την ανάκτηση του σώματος, τη διακήρυξη της ιδιοκτησίας του».

Η Yanagihara υπερασπίστηκε την επιλογή της να φέρει στην λογοτεχνική επιφάνεια ένα τόσο βίαιο θέμα με τόση λεπτομέρεια… «Η βία είναι πιο άμεση και κοντινή στο βιβλίο όπου είσαι μόνος σου σε έναν χώρο με αυτό στα χέρια, από ότι στο σινεμά μαζί με πολλούς ανθρώπους και σε μια κάποια απόσταση από την οθόνη. Είναι όμως μέσα στη ζωή, δεν καταλαβαίνω γιατί να την εξοστρακίσουμε από τη λογοτεχνία. Όταν γυρίζεις την πλάτη στη βία μέσα στην τέχνη ή στη λογοτεχνία, αρχίζεις να την αποφεύγεις και στις ειδήσεις και στο δρόμο… Με το να μην την βλέπεις, δεν παύει να υπάρχει».

Η υπερσυμπύκνωση της ζωής κυριαρχεί στο μικροσκοπικό σύμπαν του βιβλίου. Η χωρίς ανάσα ανάγνωση, το «στοίχειωμα» του αναγνώστη είναι προμελετημένο. Η ίδια η δομή των κεφαλαίων, χωρίς παραγράφους, εντείνει το αίσθημα εγκλωβισμού του, συμβάλλοντας στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Ακόμα και η έλλειψη στοιχείων που να τοποθετούν την ιστορία σε έναν συγκεκριμένο χρόνο, υπηρετεί αυτήν την σκοπιμότητα: «Χωρίς συλλογική πολιτισμική μνήμη, παίρνεις διαζύγιο από την ιστορία και δημιουργείς μια νέα, συγκεκριμένη ιστορία και κουλτούρα. Χωρίς νύξεις χρονικού προσδιορισμού, ο αναγνώστης εγκλωβίζεται στον συναισθηματικό τόπο του βιβλίου».

Η συγγραφέας δεν πιστεύει πως η αγάπη μπορεί να σώσει έναν άνθρωπο, όπως και η φιλιά. «Αλλά αυτό δεν μας σταματάει από το να προσπαθούμε, όσο κι αν είναι μάταιο. Απογοητευτικό, αγωνιώδες, στενάχωρο, απελπιστικό, αλλά αυτή είναι η ανθρώπινη αλήθεια».

Απορριπτική και απαισιόδοξη είναι εξάλλου και η οπτική της για την ψυχοθεραπεία. «Ο πατέρας μου αν και γιατρός δεν πίστευε στην ψυχοθεραπεία. Κι εγώ μεγάλωσα καχύποπτη με την ψυχιατρική, γιατί δεν άφηνε ποτέ τον ασθενή να αποφασίσει το τέλος του. Δεν πιστεύω ότι μπορεί η ψυχιατρική ή η ψυχολογία, η δουλειά του μυαλού να σώσει μια ζωή. Λαμβάνω πολλά γράμματα από ψυχολόγους που μου γράφουν ότι έχουν ή είχαν ασθενείς σαν τον ήρωά μου. Κάποια μου έγραψε μάλιστα ότι το βιβλίο την βοήθησε να καταλάβει ότι ο ασθενής της τελικά θα αυτοκτονήσει και να το αποδεχτεί».

 

 

Το ερώτημα που γεννάται στο μυαλό πολλών αναγνωστών, είναι πώς μία γυναίκα γνωρίζει και γράφει τόσο καλά για τους άνδρες και τον τρόπο που σκέφτονται και αντιδρούν. «Τους παρατηρούσα πολύ, ένιωθα λίγο σαν ανθρωπολόγος απέναντι τους, υπάρχουν πολύ λίγοι τρόποι να είσαι άνδρας. Με εντυπωσίαζε πάντα. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για αυτήν την διαφορά. Οι γυναίκες μπορούν να μιλήσουν για τα πάντα, μπορούν να είναι γυναίκες με πολλούς τρόπους. Οι άνδρες υποτίθεται ότι είναι πολύ δυνατοί και όχι ευάλωτοι. Ο αδερφός μου για παράδειγμα, μικρός ήταν γλυκός, τρυφερός, στοργικός, αγκάλιαζε τους πάντες και κάποια στιγμή άλλαξε. Αναρωτήθηκα τι σημαίνει αυτό, πώς είναι να γίνεσαι έφηβος άνδρας, να μην έχεις το λεξιλόγιο να εκφράσεις κάποια συναισθήματα, να μην επιτρέπεται αυτό στους ανθρώπους του φύλου σου. Οι άνδρες δεν έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν ντροπή, θλίψη ή φόβο, δεν τους έχουν μάθει τις λέξεις για αυτό, δυσκολεύονται να μιλήσουν για αυτά τα συναισθήματα, αν και τα νιώθουν. Αν οι άντρες μπορούν να πουν ότι φοβούνται και χρειάζονται παρηγοριά αντί να εκφράσουν την απελπισία τους χτυπώντας κάποιον, θα ήταν ο κόσμος μας καλύτερος. Όπως και αν μαθαίναμε στα παιδιά ότι έχουν τον έλεγχο του σώματός τους, το δικαίωμα να λένε όχι.»

Η Hanya Yanagihara χαρακτηρίζει την 18μηνη συγγραφή αυτού του βιβλίου ως μαίανδρο και σπριντ, όπως η ίδια η ζωή. Συναρπαστική εμπειρία, αλλά και εξουθενωτική, μιας και ένιωθε κάτι να την πιέζει να μην σταματήσει να γράφει, η ιστορία ήταν σαν να περίμενε να ειπωθεί, χωρίς άλλη υπομονή. Ίσως γι’ αυτό οι αναγνώστες δηλώνουν πως το βιβλίο δεν τους επέτρεπε να το αφήσουν από τα χέρια μέχρι να το ολοκληρώσουν.

 

 

Το βίντεο από την εκδήλωση με την Hanya Yanagihara στη Στέγη είναι διαθέσιμο εδώ.

Επιμέλεια: Δάφνη Σκαλιώνη

Μοιράσου το άρθρο: