Santiago Gamboa, ένας μοναχικός ταξιδευτής από την Μπογκοτά

Ο διεθνούς φήμης Κολομβιανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και πρώην διπλωμάτης Santiago Gamboa (Σαντιάγο Γκαμπόα) επισκέφθηκε την Ελλάδα, προσκεκλημένος του Iβηροαμερικανικού Φεστιβάλ Λογοτεχνίας ΛΕΑ. Πρόκειται για έναν από τους συγγραφείς της νέας λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας με την μεγαλύτερη επιρροή στην διεθνή λογοτεχνική σκηνή. Ο Manuel Vázquez Montalbán τον είχε χαρακτηρίσει μάλιστα ως τον πιο σημαντικό Κολομβιανό συγγραφέα μαζί με τον Gabriel García Márquez.

Σπούδασε φιλολογία στην Μπογκοτά, Ισπανική Φιλολογία στη Μαδρίτη και Κουβανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι.

Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε το 1995 με το Páginas de vuelta. Το δεύτερο βιβλίο του, Perder es cuestión de método, κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τον τίτλο Το να χάνεις είναι ζήτημα μεθόδου (εκδ. Opera, 2001), ενώ μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Sergio Cabrera. Ακολούθησαν τα Tragedia del hombre que amaba en los aeropuertos, Vida feliz de un joven llamado Esteban, Los impostores, El cerco de Bogotá, El sindrome de Ulises (φιναλίστ για τα βραβεία Romulo Gallegos, Medicis για το καλύτερο ξένο μυθιστόρημα στη Γαλλία και Casino de Povoa στην Πορτογαλία), Hotel Pekin, Necropolis (βραβείο La Otra Orilla), Plegarias Nocturnas, Oceanos de Arena, La Guerra y la Paz, Una casa en Bogotá, Volver al Oscuro Valle.

Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε δεκαεπτά γλώσσες. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2017 το μυθιστόρημά του Νυχτερινές ικεσίες (εκδ. Πόλις). Είναι επίσης συγγραφέας του ταξιδιωτικού βιβλίου Octubre en Pekín (2001).

 

Η Ελλάδα ως ανάμνηση λογοτεχνικού τόπου

«Όταν ήμουν επτά ετών ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά με τον πατέρα μου και τη μητέρα μου. Θυμάμαι πως εκείνα τα χρόνια μπορούσες να περπατήσεις ακόμα στην Ακρόπολη και να μπεις μέσα στον Παρθενώνα. Θυμάμαι να περπατώ μέσα στον Παρθενώνα με τον πατέρα μου και να μου αφηγείται τις ιστορίες των Ελλήνων θεών, τις ιστορίες του Τρωικού πολέμου, ιστορίες που ανακάλυψα αργότερα στη λογοτεχνία. Οπότε για μένα πάντα η ανάμνηση της Ελλάδας είναι η ανάμνηση ενός τόπου που περιπλέκεται κάπως με τη λογοτεχνία και τη μυθολογία».

 

Διπλωμάτης, ταξιδευτής, λογοτέχνης

Κάπως έτσι ξεκίνησε η μεγάλη αγάπη του για τα ταξίδια, που τον οδήγησε σε ποικίλα μονοπάτια… Ο Σαντιάγο Γκαμπόα υπήρξε για μία τετραετία διπλωμάτης, στην UNESCO στο Παρίσι και στο Δελχί στην Ινδία. «Πιστεύω πως τα ταξίδια είναι μια μορφή απόκτησης γνώσης. Όταν ταξιδεύω, δεν αισθάνομαι να απομακρύνομαι, αλλά να προσεγγίζω σε κάτι. Κάτι που με ενδιαφέρει, που έχει να κάνει με τη συγγραφή, με τη γνωριμία με τον κόσμο. Μου αρέσει όταν φτάνω σε ένα μέρος να προσποιούμαι ότι ζω σε αυτό το μέρος. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, κάθομαι σε μία καφετέρια και αν υπάρχει μια εφημερίδα την κοιτάω… Δεν καταλαβαίνω ελληνικά, αλλά μου αρέσει να το βλέπω σαν παιχνίδι, να σκέφτομαι ότι οι άλλοι, κι εγώ μαζί, πιστεύουμε πως ζω σε αυτόν τον τόπο. Είναι μία μορφή εισόδου επί σκηνής και αυτή.

Μου αρέσει να ζω έξω από την χώρα μου για να με βλέπω ως αντανάκλαση σε άλλες κουλτούρες, σε άλλα μάτια, σε άλλους ανθρώπους. Μου αρέσει να απομακρύνομαι από τα μέρη όπου συμβαίνουν τα γεγονότα της ζωής μου και να τα βλέπω από απόσταση. Ήμουν πάντα λίγο μοναχικός, λίγο συνεσταλμένος και δεν μου άρεσε να είμαι στο επίκεντρο, αλλά στην περιφέρεια, να παρατηρώ απ’ έξω. Και αυτό σημάδεψε πολύ και τη λογοτεχνία μου, που είναι η λογοτεχνία κάποιου ο οποίος παρακολουθεί από μακριά. Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να αναρωτιέσαι για την πραγματικότητα, για την ίδια σου τη ζωή, για τις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, για το παρελθόν, για τον θάνατο… Η λογοτεχνία είναι ο τόπος στον οποίο τα μεγάλα ερωτήματα εισέρχονται επί σκηνής. Είναι όπως το θέατρο, με τη διαφορά ότι υπάρχει ένας θεατής τη φορά.Οι ήρωές μου είναι άνθρωποι μοναχικοί, που ταξιδεύουν, που είναι λίγο χαμένοι στον κόσμο, που πηγαίνουν παντού αναζητώντας κάτι, μία ταυτότητα, ένα νόημα, απαντήσεις. Όμως, όπως λένε οι χαρακτήρες στα βιβλία μου, τη νύχτα το μόνο που βρίσκεις είναι η σιωπή.»

Τον ρωτήσαμε αν θα μπορούσε να εντάξει τα μυθιστορήματά του σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. «Εμένα μου αρέσει, όπως στην κουζίνα, να αναμειγνύω μυρωδιές και γεύσεις. Τα μυθιστορήματά μου είναι αστυνομικά, ρομαντικά, ταξιδιωτικά, ερωτικά, πολιτικά… Γιατί θεωρώ πως η λογοτεχνία πρέπει να εμπεριέχει τη ζωή. Και το μεγάλο θέμα της λογοτεχνίας είναι το πέρασμα του χρόνου, η ζωή βυθισμένη σε έναν χρόνο. Μπαίνοντας σε ένα μυθιστόρημα εισέρχεσαι σε άλλον χρόνο, οπότε αυτός ο χρόνος συνδιαλέγεται με τον δικό σου και σε αυτήν την άλλη ζωή πρέπει να υπάρχουν όλα, η ζωή δεν είναι χωρισμένη. Είμαστε όντα πολιτικά, αγαπάμε, υποφέρουμε, έχουμε άποψη, είμαστε ευτυχισμένοι, είμαστε θλιμμένοι, αισθανόμαστε ευχαρίστηση και πόνο… Η ολότητα της ζωής μας κατά τη γνώμη μου μπορεί και πρέπει να αναπαρίσταται στη λογοτεχνία.

Η μνήμη μας βασανίζει… Οι άνθρωποι που έχουν υποφέρει ως παιδιά έχουν τη μνήμη ως τον χειρότερο εχθρό τους, θέλουν να ξεφύγουν από αυτήν. Πώς να το σκάσεις; Δεν μπορείς. Οπότε βρίσκεις καταφύγιο σε άλλα πράγματα. Οι χαρακτήρες στα βιβλία μου έχουν αυτόν τον πόνο, αυτές τις δυσκολίες. Αλλά ταυτόχρονα είναι δυνατοί άνθρωποι, που θέλουν να βελτιώσουν τον κόσμο τους και να επιχειρήσουν να γίνουν ευτυχισμένοι. Όπως λέει ένας ήρωάς μου «ποτέ δεν είναι αργά για να έχει κανείς μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία».

Από τα βιβλία που ο ίδιος έχει γράψει, ποια του αρέσουν περισσότερο; «Ιδίως τα τελευταία… Για μένα η λογοτεχνία είναι λίγο σαν την πατρότητα. Τα πιο μικρά παιδιά είναι πιο αδύναμα. Χρειάζεται να τα προστατεύουμε περισσότερο! Τα βιβλία που έγραψα προ είκοσι ετών είναι σαν έφηβοι, μεγάλα παιδιά πια που έχουν βγει έξω στη ζωή. Ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ είναι το Necropolis, που κυκλοφόρησε πριν από 10 χρόνια. Ύστερα, το Νυχτερινές Ικεσίες, που έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Και τέλος, ένα που θα κυκλοφορήσει του χρόνου, που ονομάζεται Επιστρέφοντας στη σκοτεινή κοιλάδα, που αποτελεί ουσιαστικά τη συνέχεια των Νυχτερινών Ικεσιών.

 

 

Ο αναγνώστης Γκαμπόα και η εκστρατεία φιλαναγνωσίας της Κολομβίας

Όσο για τον εαυτό του ως αναγνώστη, το πρώτο βιβλίο που θυμάται να διαβάζει ήταν οι ιστορίες του Σαντοκάν, του Εμίλιο Σαλγκάρι. «Πιστεύω πως με δίδαξαν ένα σημαντικό μάθημα.  Ήμουν πάντοτε ένας άνθρωπος που στη ζωή μου και στον τρόπο θέασης του κόσμου ήμουν προοδευτικός και θεωρώ πως αυτό προέκυψε από τα βιβλία του Σαλγκάρι που διάβαζα μικρός. Ο Σαλγκάρι αντιμαχόταν την Ισπανική Αυτοκρατορία. Γι’ αυτό κι εγώ από 8 ετών ήμουν αντιιμπεριαλιστής, χάρη στα βιβλία του Σαλγκάρι!»

Άλλος ήταν όμως ο συγγραφέας που στιγμάτισε τον Γκαμπόα στην δική του πορεία προς τη δημιουργία λογοτεχνίας.

«Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα, με την έννοια μιας πιο σύνθετης λογοτεχνίας, και με σημάδεψε για πάντα λογοτεχνικά, ήταν το Εκατό χρόνια μοναξιάς του Μάρκες». Όταν ο 11χρονος τότε Γκαμπόα διάβαζε για πρώτη φορά Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, με μοναδικό σκοπό να γίνει αποδεκτός σε μια ομάδα φίλων του αδερφού του, που συναντιόντουσαν για να μιλήσουν για λογοτεχνία, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μια μέρα ο Μάρκες θα γινόταν αναγνώστης των δικών του βιβλίων και θα επεδίωκε μάλιστα να τον γνωρίσει από κοντά.

Μπορεί οι άτυπες βιβλιοφιλικές λέσχες των παιδικών του χρόνων να μην είναι πλέον «μόδα» στην Κολομβία, η πρόσφατη εκστρατεία φιλαναγνωσίας του Υπουργείο Πολιτισμού της χώρας φαίνεται πως αποφέρει καρπούς: το ποσοστό ανάγνωσης βιβλίων αυξήθηκε μέσα σε λίγα χρόνια από περίπου 2 βιβλία το χρόνο σε 5 με 6 βιβλία. «Το βιβλίο για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποτελεί είδος πολυτελείας. Εγώ συμμετείχα σε πολλές παρουσιάσεις των δημοσίων βιβλιοθηκών σε μικρά χωριά, όπου δεν φτάνει σχεδόν ποτέ η επίσημη κουλτούρα, και αυτό ήταν πολύ ωραίο, η αποκέντρωση του πολιτισμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι τώρα διαβάζουν περισσότερο».

 

Η Κολομβία, η Λατινική Αμερική και το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου

Ρωτήσαμε τον διακεκριμένο συγγραφέα τι σημαίνει για τον ίδιο η Κολομβία. «Αυτή είναι μία ερώτηση πολύ σημαντική και πολύ προσωπική… Γνωρίζουμε τον κόσμο με βάση τη χώρα στην οποία γεννιόμαστε. Είναι μία γλώσσα, το τοπίο, οι γεύσεις, οι μυρωδιές, οι ήχοι… Επίσης ένα βίωμα της φύσης… Στη Λατινική Αμερική η φύση είναι έντονη και στην Κολομβία η φύση είναι κραταιά. Έχουμε ζούγκλες, γιγάντια δέντρα, ζώα… Στην Κολομβία μπορεί να πεθάνει κανείς από τσίμπημα ή δάγκωμα πολλών ζώων, πράγμα που στην Ευρώπη δεν συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια. Οπότε η φύση είναι πανταχού παρούσα και αυτό για εμένα αποτελεί μεγάλο σχολείο».

Πέρα από την έντονη παρουσία της φύσης, στη Λατινική Αμερική υπάρχει μία παράδοση συνύφανσης της λογοτεχνίας με την πολιτική.

«Η Κολομβία είναι μία πολύ νέα δημοκρατία με πολλά προβλήματα. Μοιάζει με έναν νέο που ψάχνει ακόμα το δρόμο του. Μετράμε μόνο διακόσια χρόνια δημοκρατίας. Οπότε, σε αυτήν την διαδικασία, οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς έχουν να συνεισφέρουν πολλά. Μιλάμε για κοινωνίες με ιδιαίτερα χαμηλή πολιτική παιδεία. Γι’ αυτό και εύκολα εξαπατώνται και πέφτουν θύματα απολυταρχικών πολιτικών. Οι λατινοαμερικάνικες κοινωνίες είναι οι μεγάλες κοινωνίες που αναζητούν έναν πατέρα. Κοινωνίες που δεν έχουν μια πατρική φιγούρα και ψάχνουν τον αυταρχικό πατέρα, ελπίζουν και επιθυμούν τον ερχομό του. Το αποκαλώ «το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου». Ενόσω περιμένουν όμως, είναι σαν να έχουν την τάση να πέφτουν στα χέρια απολυταρχικών καθεστώτων. Εξαιτίας αυτής της ανάγκης να βρουν μία εξουσία που θα τους προστατεύει, ένα όριο».

 


  • Συνέντευξη – Μετάφραση : Δάφνη Σκαλιώνη
  • Κάμερα: Κώστας Τσεκούρας
  • Ήχος: Θοδωρής Σπύρογλου
  • Σκηνοθεσία: Ευγενία Γιαννακοπούλου
  • Post Production: Κώστας Μαντάς
  • Διεύθυνση Παραγωγής: Παναγιώτης Καραντίας

Μοιράσου το άρθρο: